Πέντε χρόνια μετά τις εξαγγελίες του 2020 για την ταχεία απολιγνιτοποίηση και τη δίκαιη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας στη μεταλιγνιτική εποχή, η περιοχή εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση αναζήτησης ενός νέου, βιώσιμου παραγωγικού προτύπου. Παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις και τις υψηλές προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί για μια συνολική αναπτυξιακή ανασυγκρότηση, η εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι σήμερα είναι σύνθετη, με καθυστερήσεις, χαμηλές απορροφήσεις και ανοιχτά ερωτήματα για την πραγματική επίδραση των παρεμβάσεων στην τοπική οικονομία και την απασχόληση.
Κεντρικό εργαλείο της μετάβασης αποτελεί ο Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ενεργοποιείται μέσω τριών πυλώνων χρηματοδότησης. Η Ελλάδα προχώρησε τον Οκτώβριο του 2022 στην ενεργοποίηση του 1ου Πυλώνα, δηλαδή του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΔΑΜ) 2021-2027, συνολικού ύψους περίπου 1,62 δισ. ευρώ για τη Δυτική Μακεδονία, την Αρκαδία και ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Από το ποσό αυτό, το μεγαλύτερο μερίδιο – πάνω από 1 δισ. ευρώ – κατευθύνεται στη Δυτική Μακεδονία, αναδεικνύοντας τη βαρύτητα της περιοχής στον εθνικό σχεδιασμό.
Ωστόσο, τα στοιχεία απορρόφησης αποτυπώνουν έναν σαφή προβληματισμό. Αν και έχουν ενταχθεί έργα που αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του 50% των διαθέσιμων πόρων, οι πραγματικές εκταμιεύσεις παραμένουν περιορισμένες, με τις πληρωμές προς τους δικαιούχους να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις νομικές δεσμεύσεις. Η απόσταση αυτή μεταξύ σχεδιασμού και υλοποίησης ενισχύει την αίσθηση αβεβαιότητας στην τοπική κοινωνία, η οποία συνεχίζει να βιώνει τις επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης χωρίς να βλέπει ακόμη ισχυρά αναπτυξιακά αντίβαρα.
Σημαντικός αλλά πιο αργός στην εξέλιξή του αποδεικνύεται και ο 3ος Πυλώνας του Μηχανισμού, που αφορά τη χρηματοδότηση δημόσιων έργων μέσω δανείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, σε συνδυασμό με επιχορηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσω του CINEA. Τα πρώτα επενδυτικά σχέδια που εγκρίθηκαν περιλαμβάνουν παρεμβάσεις σε υποδομές, ενεργειακές αναβαθμίσεις και οδικά έργα, ωστόσο και εδώ η απορρόφηση κινείται με βραδείς ρυθμούς. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η αξιολόγηση νέου χρηματοδοτικού πακέτου, το οποίο αναμένεται να διοχετεύσει σημαντικούς πόρους και στη Δυτική Μακεδονία, καλύπτοντας τομείς όπως οι μεταφορές, η εκπαίδευση, η υγεία, οι αστικές αναπλάσεις και οι ψηφιακές υποδομές.
Την ίδια στιγμή, ο 2ος Πυλώνας του Μηχανισμού, που έχει στόχο τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων και την ενίσχυση επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, παραμένει ουσιαστικά ανενεργός. Η απουσία αυτού του εργαλείου περιορίζει τη δυναμική δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και τη διαμόρφωση ενός ισχυρού αναπτυξιακού οικοσυστήματος, ικανού να αντικαταστήσει το λιγνιτικό μοντέλο.
Παρότι στον προγραμματισμό των επόμενων ετών περιλαμβάνονται νέες προσκλήσεις για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, το κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η επιτάχυνση της υλοποίησης και η ουσιαστική σύνδεση των χρηματοδοτήσεων με την πραγματική οικονομία. Για τη Δυτική Μακεδονία, η Δίκαιη Μετάβαση δεν αποτελεί απλώς ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα, αλλά μια υπαρξιακή πρόκληση που θα κρίνει το αναπτυξιακό της μέλλον τις επόμενες δεκαετίες.